Macavity

“Macavity, Macavity, there is no one like Macavity”

T.S. Elliot, The Old Possum’s Book of Practical Cats.

Κάποιες φορές που φεύγω κουρασμένη από το γραφείο, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιπλανιέμαι στην πόλη “ασκόπως”.  Είναι τα βράδια που θα ευχόμουν να είμαι cat person ή μάλλον ψέμματα: είναι τα βράδια που θα ευχόμουν να μην με νοιάζει που δεν είμαι cat person παρά είμαι ένα φιλικός χαζοχαρούμενος σκύλος, όσο παράδοξο κι αν μοιάζει να λέω εγώ κάτι τέτοιο.  Ωστόσο υπάρχει κάτι που με συγκινεί στις γάτες.  Κάτι πέρα από τη χάρη και τον “πέρα δώθε” ρυθμό της κίνησής τους που διακόπτεται από ένα μόνο αλλά “ηχηρό” παρεστιγμένο , απο αυτά που σε αφήνουν εμβρόντητο να κοιτάς την παρτιτούρα, σιχτιρίζοντας. Είναι εκείνη η απίθανη ιστορία που μου είχε πει ένα βράδυ σ’ενα σοφιστικέ εστιατόριο, σ’έκείνο το νησί, στο κέντρο του δυτικού κόσμου. Με κοιτούσε πάνω από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας καθώς διάβαζε τον κατάλογο και μου ανέπτυσσε τη θεωρία ότι υπάρχει μια ολόκληρη συνωμοσία των γατιών να κατακτήσουν τον κόσμο αφήνοντάς με να τον κοιτάω με έκπληξη και με απορία αν είχα βγει με τρελό. Τουλάχιστον μέχρι να καταλάβω ότι στην πραγματικότητα μου απήγγειλε στίχους του Έλιοτ.

Και μετά που το κατάλαβα ενθουσιάστηκα. Λάθος. Ποιος νορμάλ άνθρωπος θέλει να τον περνάνε από τεστ; Κανείς  νορμάλ άνθρωπος που δεν είναι dog person, σίγουρα.

Χθες το βράδυ που περπατούσα στην πόλη, σκεφτόμουν πως η Αθήνα που βρίθει αδέσποτων, χαρούμενων και γελαστών σκύλων είναι μια πόλη για γάτες, για να τη διατρέχουν γρήγορα και με ελαφριά βήματα. Αδιάφορες για το γενικότερο ξεχαρβάλωμα, προσηλωμένες ωστόσο σε μια μυστική αποστολή που γνωρίζουν μόνον οι ίδιες και είναι ακριβώς η μυστικότητα που προσδίδει γοητεία στο όλο task. Αντίθετα από τους σκύλους που  ψυχή τε και σώματι ανήκουν στην… ανθρωπότητα, οι γάτες αναφέρονται σ’ενα πρόσωπο.  Γιαυτή τη γοητεία της μυστικής αποστολής,  γίνομαι και γάτα.  Όχι για πάντα γιατί αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορώ. Δεν θέλω. Δεν με ενδιαφέρει.  Τουλάχιστον μέχρι το ρολόϊ χτυπήσει να μεσάνυχτα και η άμαξα μεταμορφωθεί ξανά σε κολοκύθα. Νιάου!   :-)

Η υπέροχη φωτογραφία της γάτας που κοιτάζει την ολόγιομη σελήνη είναι του Στράτου Σαφιολέα στον οποίο αφιερώνω κι αυτό το κείμενο γιατί η γάτα που είδα το πρωί μου κράτησε παρέα μέχρι το τέλος μια δύσκολης μέρας. Γαβ!

Tony Judt (1948-2010)

“Πριν καταλήξεις στο ότι κάποιος είναι καλός, κοίτα πώς φέρεται στο σπίτι του”.

Ταλμούδ.

Υπάρχει ένα εβραϊκό αστείο που το λένε οι Βρετανοί Εβραίοι λίγο μελαγχολικά ,όταν μιλούν για τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό. Δεν είναι ακριβώς αστείο, είναι μια μάλλον πικρή διαπίστωση γιαυτά που μπορεί να κληθείς να αντιμετωπίσεις κατά τη διάρκεια του βίου σου κι ενώ έρχεσαι αντιμέτωπος με την ιστορία: “Ευτυχώς που ο Χίλτερ σταμάτησε στο West End”, λένε. Φυσικά είναι αδύνατον να γνωρίζουμε αν το αστείο αυτό είχε ακουστεί ποτέ στο σπίτι του Βρετανού ιστορικού Tony Judt (Τόνυ Τζουτ) στο West End του Λονδίνου που πέθανε προχθές απο ανίατη ασθένεια.

Γεννήθηκε λίγο μετά τον πόλεμο, άλλως τε και στη Βρετανία, όπως κι αλλού, πήρε τουλάχιστον μια δεκαετία για να πειστεί η κοινή γνώμη πως οι μαρτυρίες για τη φρίκη που αντίκρυσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά την απελευθέρωσή τους οι Σύμμαχοι, δεν ήταν προπαγάνδα των Αμερικανών όπως έλεγαν τότε. Βέβαια, όταν διάβασα σε κάποιο κείμενό του ότι κάποτε είχε δηλώσει ότι “Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Εβραίος για να κατανοήσει την ιστορία του Β’Παγκοσμίου Πολέμου. Βοηθάει, ωστόσο” θυμήθηκα αμέσως αυτήν ακριβώς τη φράση: “Ευτυχώς που ο Χίτλερ σταμάτησε στο West End”.

Ο Τόνυ Τζουτ, υπήρξε ένας μεγάλος ιστορικός κι αυτό φυσικά δεν το λέω εγώ αλλά όλοι όσοι μελέτησαν το έργο του και παρακολούθησαν τη σκέψη του όπως αυτή ξετυλίχθηκε τόσο στα βιβλία του όσο και στην εκτεταμένη αρθρογραφία του. Επιλέγω ομως να τον θυμάμαι ως ένα διανοούμενο από αυτούς που έχω πρότυπο στη ζωη μου όχι τόσο επειδή υπηρξε μια σειρά απο πράγματα που θαυμάζω: για παράδειγνα, ήταν εξαιρετικά ευρυμαθής όσον αφορά στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ποίηση.  Θα τον θυμάμαι πάντα ως πρότυπο του σκεπτόμενου  ανθρώπου που όχι μόνο δεν συμβιβάστηκε αλλά συγκρούστηκε πρωτίστως με το “αίμα” του, χωρίς να αρνηθεί ούτε για μια στιγμή την ταυτότητά του.

Είμαι το πιο ακατάλληλο πρόσωπο να κάνω έστω και μια δημοσιογραφική παρουσίαση της προσωπικότητας και του έργου του εκλιπόντος κι αυτό γιατί δεν έχω τον θεωρητικό εξοπλισμό για κάτι τέτοιο. Συνδέω κάποια άρθρα στο τέλος αυτού του κειμένου και όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να τα διατρέξουν. Αποφάσισα όμως να γράψω το κείμενο αυτό και μαλιστα ένα είδει νεκρολογίας, γιατί πιστεύω ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ και ειδικά στη χώρα μας, αυτός ο τύπος του διανοούμενου δεν είναι απλώς αυτό που λέμε “επίκαιρος”, είναι το ζητούμενο.

Κατά τη διάρκεια του επιστημονικού του βίου ο Τόνυ Τζουτ στάθηκε κριτικά απέναντι σε μια σειρά από ζητήματα που τον αφορούσαν άμεσα: την ισραηλινή κατοχή στην Παλαιστίνη αν και ο ίδιος Εβραίος κι αν και νεότερος είχε εργαστεί μέχρι και ως εθελοντής στον πόλεμο των Έξι Ημερών. Γρήγορα κατάλαβε όμως πως “όλο αυτό” δηλαδή το σιωνιστικό όραμα, ήταν τελείως λάθος και στάθηκε απέναντί του κριτικά. Για μας που ζούμε στην Ευρώπη αυτό φαντάζει κάτι αυτονόητο ή εύκολο. Όμως όταν ζεις στο Μανχάταν, είσαι Εβραίος και σε βάλει στο στόχαστρο η εβραϊκή Anti-defamation League δεν είναι και τόσο αυτονόητο, είναι μαι στάση που κοστίζει.  Έπειτα, αν και αριστερών καταβολών ο ίδιος, τάχθηκε επικριτικότατα απέναντι στην ευρωπαϊκή μαρξιστική αριστερά, κατέκρινε τον κονφορμισμό της γαλλικής ιντελιγκέντσιας και δεν παρέλειπε σε κάθε ευκαιρία να καταδεικνύει τον τσαρλατανισμό της μεταμοντέρνας academia. Κι όμως αυτό δεν του ήταν αρκετό. Φιλελεύθερος σοσιαλδημοκράτης ο ίδιος, δεν παρέλειπε να κατακρίνει όσους από τους αμερικανούς φιλελευθέρους ανέχτηκαν και στήριξαν ιδεολογικά τον πρόεδρο Μπους ενώ δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητά την σοσιαλδημοκρατική αντιπρόταση στα ζητήματα που απασχολούν τον καιρό μας.

Περνάμε ένα περίεργο καλοκαίρι. Με την απειλή της κρίσης καλούμαστε μέσα σε λίγες ημέρες να λάβουμε αποφάσεις ώστε να διορθώσουμε στρεβλώσεις που ανάγονται στην ίδρυση του ελληνικου κράτους. Κάθε προσπάθεια άρθρωσης κριτικης σκέψης καταπλακώνεται από έναν ορυμαγδό ουρλιαχτών ανάμεικτων συναισθηματισμού και απειλών που σου ζητούν να απαντήσεις “πού θα βρούμε τα λεφτά” κάθε που τολμάς να ζητήσεις λίγη περισσότερη συζήτηση. Δυστυχώς, δυστυχέστατα, σ’αυτό το σκηνικό έχω διαπιστώσει ότι πρωταγωνιστούν αρκετοί φιλελεύθεροι. Με ασαφείς αναφορές σε κάποια κοινή λογική παρέχουν ιδεολογική στήριξη σε μια κυβέρνηση που πάσχει από μια καταφανή αμηχανία και αδυναμία στο να στηρίξει ιδεολογικά τα αναγκαία μέτρα.  Αδέλφια,  συναγωνιστές, χαλαρώστε λίγο. Μαζί είμαστε σ’αυτό και όλοι μας στηρίζουμε την κυβέρνηση. Θέλουμε όμως να συζητήσουμε, να αναλύσουμε, να δούμε τί πραγματικά έφταιξε και πώς θα διορθωθεί.

Σήμερα, 10 Αυγούστου του 2010 με μια σειρά από σοβαρά ζητήματα ανοιχτά να βλέπουμε να εξαντλούνται σε μια λαϊκίστικη συνθηματολογία άλλων εποχών, διαπιστώνω με μελαγχολία και φόβο ότι στην Ελλάδα μας λείπουν οι ανεξάρτητοι διανοούμενοι σαν τον εκλιπόντα. Μας λείπουν οι φωνές που θα σταθούν κριτικά και δεν θα καμφθούν από την ιδεολογική τρομοκρατία που θέλει όσους ομιλούν είτε ανθέλληνες είτε ανόητους και ανορθολογιστές Σήμερα, οφείλουμε να μελετήσουμε και να σκεφτούμε. Οφείλουμε να αποφασίσουμε να συγκρουστούμε πρωτίστως με “τους δικούς” μας. Οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να αδιαφορήσουμε επιδεικτικώς για τα ουρλιαχτά που επικαλούνται την “κατάσταση του επείγοντος”. Σε ποιον το οφείλουμε;  Μα, κάθε ελεύθερος πολίτης το οφείλει στον εαυτό του, το οφείλει στο άτομό του. Σε ποιον άλλον να το οφείλει, δηλαδή.

Τόνυ Τζουτ, ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σας σκεπάσει.

Post War: A History of Europe since 1945. ( Κριτικές στο εμβληματικό αυτό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2005)

The New York Review of Books, Tony Judt. (Άρθρα του ιστορικού)

What is Living and what is dead in socialdemocracy? ( Η τελευταία διάλεξη)

Wealth, wellbeing and change. (Απόσπασμα από το τελευταίο του βιβλίος III Fares the Land )

Food for Talk #1

  • Είναι από τα θέματα για τα οποία συζητούν όλοι αν και στην πραγματικότητα οι διαθέσιμες πληροφορίες γιαυτό  είναι ελάχιστες. Άρχισαν τα γυρίσματα της νέας ταινίας του Γούντυ Άλλεν και το μεγάλο νέο, είναι βέβαια η συμμετοχή σ’αυτή της Κάρλας Μπρούνι-Σαρκοζύ.  Ποιο είναι το θέμα της ταινίας; Δεν γνωρίζουμε. Ποιο ρόλο θα υποδύεται η Κάρλα; Ούτε αυτό το γνωρίζουμε. Πότε θα βγει η ταινία; Δεν ξέρουμε τίποτα, ΛΕΜΕ Τίποτα, εξόν του τίτλου της ταινίας  “Μεσάνυχτα στο Παρίσι”. “Δεν ξέρουμε το ένα, δεν ξέρουμε το άλλο. Τότε τί να συζητήσουμε επ’αυτού;”, θα αναρωτηθεί κάποιος και σωστά.  Μπορούμε πάντα να συζητήσουμε για τα τελευταία καμώματα του συζύγου της Νικολά ο οποίος αποφάσισε να διώξει τους τσιγγάνους από τη Γαλλία. Είναι γνωστό και έχω επιχειρηματολογήσει και γραπτώς περί αυτού ότι αποφεύγω να χρησιμοποιώ το Ολοκαύτωμα και τον ναζισμό ως εύκολη μεταφορά για το χαρακτηρισμό πολιτικών πρακτικών της σήμερον όμως αυτό είναι καθαρός και γάργαρος ναζισμός. Το ότι δηλαδή το μέτρο κρίσης, το κριτήριο γίνεται η ράτσα, η φυλή είναι ναζιστική πρακτική. Κι αυτό, στη χώρα που γέννησε το Διαφωτισμό.  Στην ήπειρο που έγιναν στάχτη εκατομμύρια Εβραίων, Ρομά, ομοφυλοφίλων και αντιφροντούντων και  που ίδρυσε μια Ένωση για να καταφέρει ακριβώς να τινάξει απο πάνω της τις στάχτες των κρεματορίων και σήμερα αυτή η Ένωση της ειρήνης, της δημοκρατίας, της ελευθερίας, να ανέχεται.
  • Δεν τα πήγε καθόλου άσχημα ο πρωθυπουργός κατα την πρόσφατη επίσκεψή του στο Ισραήλ.  H Ελλάδα ως μια χώρα που έχει πολύ καλές σχέσεις με το secular κομμάτι της Παλαιστινιακής Αρχής, την PLO, θα μπορούσε να παίξει κάποιο θετικό ρόλο στο να πιέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ν’αναλάβει ενεργό ρόλο στην ειρηνευτική διαδικασία στην περιοχή. Με τα χέρια της εκάστοτε αμερικανικής ηγεσίας δεμένα από το αμερικανοεβραϊκό λόμπυ που ενισχύει την κυβερνητική αδιαλλαξία στο ίδιο το Ισραήλ, η ΕΕ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για την τήρηση των διεθνών συνθηκών και τη βελτίωση της ζωής στα Κατεχόμενα. Είναι αλήθεια πως στη διπλωματία κουμάντο κάνει όποιος κρατάει το ταμείο και το ταμείο το κρατούν στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η κοιτίδα του εβραϊσμού είναι η Ευρώπη που όχι μόνο αποποιείται αυτή την ιστορική πραγματικότητα αλλά δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει τον βαθειά ριζωμένο αντισημιτισμό της και νομίζω πως είναι ακριβώς η διατήρηση της ρατσιστικής κουλτούρας που επιτρέπει τις παραβιάσεις δικαιωμάτων των μειονοτήτων στο ευρωπαϊκό έδαφος.  Δεν υπάρχει καμία περίπτωση και ποτέ κάποιος Γάλλος ή Γερμανός αρχηγός κράτους, ειδικά Καθολικός,  να αναλάβει πρωτοβουλία για το Μεσανατολικό. Μπορεί να το κάνει κάποιος Έλληνας όμως και ειδικά ο συγκεκριμένος που είναι και πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Δεν γίνεται ν’αφήσουμε τη Μέση Ανατολή μόνη, χωρίς βοήθεια. Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση.
  • Διπλωματία. Η αγαπημένη μου λεξη αν και ο φίλος μου ο Ευτύχης λέει πως αν ποτέ μου ανέθεταν το Υπουργείο των Εξωτερικών, με το ταπεραμέντο που έχω,  θα είχα βάλει τη χώρα σε πόλεμο μεσα σε μισή ώρα με όλα τα βαλκανικά κράτη και την Τουρκία, ταυτόχρονα. :-)   Διπλωματία vs ανόητος ακτιβισμός, εννοώ και δεν αναφέρομαι σε τίποτε άλλο από τον πολύ κ.Assange των WikiLeaks που έφερε τον κόσμο πάνω-κάτω με την ανευθυνότητά του πρόσφατα. Πιστεύω ότι η συνεντευξη-πορτραίτο που είχε δημοσιεύσει ο New Yorker πριν από λίγο ήταν πολύ δηλωτική του προφιλ του ιδρυτή των WikiLeaks. Αυτή τη μανία να προπαγανδίζεις την ανατροπή μέσα απο τα έντυπα της συντήρησης ποτέ δεν την κατάλαβα. Είναι σαν κι αυτό που είχε παρατηρήσει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος κάποτε για τους αριστερούς που θέλουν σώνει και καλά ν’αρθρογραφούν στην “Καθημερινή”. Πέραν της καχυποψίας μου προς τον ακτιβισμό κάθε είδους υπάρχει και η ουσία του ζητήματος την οποία συνοψίζει πολύ εύστοχα στο κείμενό του για το θέμα ο e-lawyer: η διαφάνεια στη διοίκηση και τη διακυβέρνηση δεν εξασφαλίζεται από τις διαρροές αλλά θεσμικά. Τέλος, τις τελευταίες αμφιβολίες που είχα για την ουσία της πράξης αυτής μου της διέλυσε αυτή εδώ η ανάλυση στους New York Times την ανάγνωση της οποίας συνιστώ όχι μόνο ως food for talk αλλά και ως food for thought.
  • Aχ… food! Με το που διάβασα αυτό το άρθρο, έσπευσα να παραγγείλω το βιβλίο. Είναι αδύνατον να βγάλω απο το μυαλό μου τον μπακλαβά με το πορτοκάλι και τη βανίλια τον σκέφτομαι συνεχώς. Σκοπεύω να λυσσάξω στη μαγειρική τον Αύγουστο.
  • Ούτε που πρόλαβε να φτάσει ο Αύγουστος  και πολλά εστιατόρια και μπαρ της πόλης έχουν ήδη κλείσει. Μπορεί να κανω λάθος αλλά νομίζω πως σε σχέση με την ίδια εποχή πέρσυ, έχει φύγει πιο πολύς κόσμος. Λες και θα ζήσουν τις τελευταίες διακοπές της ζωής τους. Μήπως όλοι ξέρουν κάτι που δεν ξέρω εγώ; :-)

Επικοινωνία και Πολιτισμός

Κάποτε συναναστρεφόμουν ένα πολύ γνωστό σεφ, ο οποιός διακήρυσσε σε όλους τους τόνους πως ήταν αντίθετος με την επικοινωνία. Μάλιστα, φρόντιζε να τηλεφωνεί ο ίδιος στους δημοσιογραφους τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα κι αφού ξεκινούσε με το πόσο του την έδινε το PR προχωρούσε στο briefing… Όλο αυτό  ήταν πολύ διδακτικό γιατί κατάλαβα πως υπάρχουν αρκετοί που θέλουν την υπηρεσία αλλά όταν δεν φέρει το επίσημο όνομά της.  Οι περισσότεροι από αυτούς τους αρκετούς ασχολουνται με τον πολιτισμό, τον κλάδο που χρειάζεται την επικοινωνία περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο και πληρώνει τα λιγοτερα για να απολαμβάνει την υπηρεσία. :-)   Ένα από τα παράδοξα ενός συναρπαστικού, κατά τα άλλα, επαγγέλματος το οποίο σου δημιουργεί και εξάρτηση. Άπαξ και ασχοληθείς μια φορά με αυτό, δύσκολα γυρίζεις πίσω!

Αυτά και άλλα πολλά συζητάμε με τον Αυγουστίνο Ζενάκο στο ραδιοφωνικό “Τεχνηέντως” του Σαββάτου 24 Ιουλίου.

Υπάρχει και μια ιστορία από την 1η Μπιενάλε της Αθήνας που δεν την αναφέραμε στην εκπομπή, ενδεικτική του πώς αντιμετωπίζεται η επικοινωνία. Όταν εκλάπη από την έκθεση το βίντεο-έργο του Μπερνάρ Βιγιέμ, “Το Ρόδο”, όλοι μα όλοι, με πρώτους τους διοργανωτές, έσπευσαν να με ρωτήσουν με ένα βλέμμα όλο καχυποψία:  “Πες την αλήθεια. Εσύ το πήρες για να κάνεις ντόρο;”.  Όχι, δεν το είχα πάρει εγώ αλλά τώρα μπορώ να ομολογήσω ότι λυπήθηκα που δεν είχα σκεφτεί να το κάνω! :-)

Food for talk

…θέματα συζήτησης γύρω από ένα τραπέζι για το Σαββατοκύριακο.*

  • Η αλήθεια είναι πως το καθημερινό ερώτημα “Τί να φορέσω” δεν παλεύεται. Όσα ρούχα και να έχεις δεν απαλλάσσεσαι από το πρόβλημα.  Αυτό σκέφτηκε και η Heidi Heckemer ένα πρωί καθώς κοιτούσε τη ντουλάπα της. Έστησε ένα σάιτ στο wordpress και κάλεσε ανθρώπους απ’όλο τον κόσμο να κάνουν ένα πείραμα: θα διάλεγαν έξι κομμάτια από τη γκαρνταρόμπα τους και θα τα φορούσαν σε διάφορους συνδυασμούς για έναν ολόκληρο μήνα! Έξι ρούχα για ένα μήνα.  Οι μαρτυρίες τους όπως καταγράφονται στο σάϊτ έχουν ενδιαφέρον καθώς οι περισσότεροι ξεκινούν χαρούμενοι και αρκετοί καταλήγουν φρικαρισμένοι… Το πρότζεκτ δεν συνιστά ηθικολογία εναντίον της καταναλωσης, είναι σαφές αυτό, ωστόσο μας βάζει σε σκέψεις και για τον τρόπο που ξοδεύουμε κατά την κρίση αλλά και για τη σχέση της υπερκατανάλωσης με το περιβάλλον. Ενδιαφέρουσα συζήτηση.
  • Είπα περιβάλλον…  Βουτιά στα βαθειά και στην προετοιμασία της ελληνικής συμμετοχής στη 12η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας.  Περιβάλλον, διαχείριση του χώρου δημόσιου και ιδιωτικού (αρχιτεκτονική), βιοποικιλότητα. Ζητήματα για τα οποία το alter ego μου αρθρογραφεί στο μπλογκ αλλά και στο “Γαστρονόμο” της “Καθημερινής” εδώ και χρόνια. Σε άρθρο της στην Athens Voice η Νάντια Αργυροπούλου (ανεξάρτητη επιμελήτρια και ιστορικός τέχνης) παρουσιάζει την ελληνική συμμετοχή που φέρει τον τίτλο “Κιβωτός, παλιοί σπόροι για νέες μητροπολιτικές καλλιέργειες” με επιτρόπους του ελληνικού περιπτέρου τον Ζήση Κοτιώνη και τη Φοίβη Γιαννίση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλούμε από το άρθρο η ελληνική συμμετοχή είναι πολυεπίπεδη και πολυπρόσωπη και ως κόνσεπτ και ως παραγωγή και εμπλέκει άτομα και ομάδες.  Το προς συζήτηση “κλου” της υπόθεσης είναι ότι για πρώτη φορά τη διοργάνωση της ελληνικής συμμετοχής δεν την έχει αναλάβει το ΥΠΠΟΤ αλλά το Υπουργείο Περιβάλλοντος. Προσωπικά, είμαι αναφανδόν υπέρ! Εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία και φυσικά θα επανέλθω!
  • Παλαιοί σπόροι για νέες Μητροπόλεις και ο νους μου πηγαίνει, μοιραία, στην πλέον πολύπαθη από τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, την Αθήνα.  Η “Δράση” ανακοίνωσε ως ανεξάρτητο υποψήφιό της τον Τάσο Αβραντίνη, παλιό γνώριμο από την ΟΝΝΕΔ και στη συνέχεια από τη “Φιλελεύθερη Συμμαχία”.  Εύχομαι προσωπικά στον Τάσο καλή επιτυχία. Πολλά τα θέματα προς συζήτηση, από το πρόγραμμα, μέχρι το κόνσεπτ του να ανακοινώνεις ανεξάρτητο… κομματικό υποψήφιο. Πάντως προς το παρόν και μέχρι ν’ακούσουμε κάτι πιο ενδιαφέρον, στηρίζουμε “Πορτοκαλί” (χαζό όνομα αλλά δεν με ρώτησαν).
  • Τέλος, αν θέλετε ν’ανλήσετε ακόμα περισσότερη έμπνευση για θέματα συζήτησης με τους φίλους το σαββατοκύριακο, μην παραλείψετε ν’ακούσετε την αυριανή εκπομπη στο radiobubble. Θα είμαστε με τον Αυγουστίνο Ζενάκο για ένα δίωρο το οποίο θα αφορά στη σχέση τέχνης και γαστρονομίας σε διάφορα επίπεδα αλλά και το πώς μπορούμε να επικοινωνούμε αποτελεσματικότερα πολιτιστικές δράσεις. Θα είναι πιο ελαφρύ απ’όσο ακούγεται.

Η στήλη “Food for talk”  θα δημοσιεύεται στο ανανεωμένο greekgastronomer.com  αλλά μέχρι να τη σερβίρω επισήμως, τη δοκιμάζω εδώ για να ροτάρω τη συνταγή.

Η πόλη ως βίωμα

Ο θάνατος πάντα βιώνεται ως αναπάντεχος. Ακόμα κι αν τον περιμένεις. Και το βιώνεις όπως ένα πέσιμο από μηχανή, ποδήλατο ή υψόμετρο που μόλις ξανασηκωθείς αντί να ψαύεις τα μέλη σου για να δεις τί έχει σπάσει, ψηλαφείς την καρδιά σου για να δεις τί έχει απομείνει. Κι αυτό ισχύει για ό,τι πεθαίνει, είτε είναι άνθρωπος, είτε είναι κτήριο στην πόλη που αναγνωρίζεις ως σπίτι σου. Ναι, ισχύει ακόμα και για τα κτήρια. Το έχω παρατηρήσει: η ουσιαστική σχέση με μία πόλη, ξεκινάει από τη στιγμή που θα πέσει στην αντίληψή σου ο πρώτος θάνατος κάποιου κτηρίου της το οποιο θεωρείς ότι κουβαλάει μέρος της ιστορίας ή της μνήμης σου. Τότε αρχίζεις να καταγράφεις αυτά που φοβάσαι ότι μπορούν να χαθούν απροειδοποίητα ώστε να επιζήσουν στις φωτογραφίες, τις σημειώσεις και τα χαρτιά σου.

Δεν ξέρω ποιος είναι ο Jeremiah Moss που γράφει το μπλογκ Vanishing New York αλλά ταυτόχρονα τον γνωρίζω πάρα πολύ καλά. Διαβάζω το ιδιαίτερο μπλογκ του και πιστεύω πως ξέρω επακριβώς τί σκέφτεται και πώς αισθάνεται κάθε φορά που καταγράφει κάτι από την πόλη της Νέας Υόρκης που φοβάται πως θα χαθεί.

Αρχές Ιουλίου, με άρθρο του στους New York Times έριξε τη βόμβα… Το εστιατόριο που απεικονίζει ο πασίγνωστος πίνακας του Έντουαρντ Χόππερ “Nighthawks” (“Νυχτοπούλια’) και αποτελεί μέρος της μυθολογίας της πόλης της Νέας Υόρκης αφού σύμφωνα με μια ασαφή, είναι αλήθεια, μαρτυρία του ζωγράφου το εστιατόριο αυτό βρίσκοταν στη Murly Square στο  Greenwitch Village, απλώς δεν υπήρξε ποτέ.

Ο συγκεκριμένος πίνακας είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του αμερικανικού μοντερνισμού και έχει γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης όσο ελάχιστα άλλα πράγματα από την ποπ-κουλτούρα. Από τη λογοτεχνία και την ποίηση ως τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (έχει γίνει featured στους Simpsons) μέχρι και τραγούδι του Τομ Γουέιτς έχει γίνει ο συγκεκριμένος πίνακας ο οποίος αποτυπώνει γλαφυρά τη μοναξιά των μεγάλων πόλεων και μάλιστα τη νύχτα.  Όλα αυτά τ’απαριθμεί αναλυτικά η Wikipedia στο σχετικό λήμμα.

Κι έτσι, η ιστορία που φαινομενικά κατέγραψε ο χρωστήρας ενός ζωγράφου πείθοντας τους πάντες για την ιστορικότητα του θέματος του έργου του, στην πραγματικότητα, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια συνοπτική φανταστική αφήγηση, μια συνισταμένη τόπων της καθημερινότητας (όπως είναι τα εστιατόρια) με τους ανθρώπους που ζουν τις μικρές καθημερινές ιστορίες σ’αυτούς. Μια βραδια στο “Nighthawks”. Ένα ζευγάρι στο μπάρ, απέναντι κάποιος άλλος μόνος του και ο μπάρμαν. Μια βραδιά συνηθισμένη που ο ζωγράφος έκανε γενιές ανθρώπων να πιστέψουν πως έλαβε χώρα εκεί που είχε υποδείξει αόριστα σε κάποια του συνέντευξη.

Το άρθρο αυτό έκανε τεράστια εντύπωση, όπως ήταν επόμενο. Βρέθηκε για μέρες στην κορυφή της λίστας με τα πιο δημοφιλή άρθρα της εφημερίδας και πυροδότησε δεκάδες άλλα άρθρα και μέσα στην ίδια την εφημερίδα αλλά και σε άλλες.  Τα βρήκα όλα συγκινητικά και ιδιαίτερα την αμηχανία που προκάλεσε η αποκάλυψη ότι το αίσθημα της βεβαιότητας που προκαλούσε το έργο βασίζονταν σε μια συνολική ασυνείδητη αντίληψη του τί εστί μια βραδιά στη Νέα Υόρκη. Το ιδιαίτερο που τελικά όλοι το αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο.

Έχω γραψει πολλές φορές στον Αθήναιο ότι η Αθήνα είναι πόλη που γεννάει αφηγήσεις και έχουμε απολαύσει αρκετές είτε σε βιβλία είτε σε πίνακες. Αυτό που μας λείπει είναι η συνισταμένη του βιώματος που προκαλεί σε κάποιους, αρκετούς απο μας η πόλη. Κι επειδή είναι αυτονόητο πως δεν πιστεύω στο συλλογικό ασυνείδητο ονομάζω τη συνισταμένη του βιώντος για την πολη “πολιτική θέση”. Εκλογές έρχονται και με ενδιαφέρει πρώτα να διερευνηθεί και μετά να καταγραφεί μια πολιτική θέση που να ξεπερνά τα αποτυχημένα σχήματα. Είναι γνωστό ότι είμαι εναντίον των συναινέσων και των “κοινών παρανομαστών”. Αλλά η αγάπη μου για την πολη είναι τόσο μεγάλη που γιαυτήν θα έκανα μια εξαίρεση.

Storm in a teacup

Ετοιμη ήμουν χθες να πατήσω το publish και να δημοσιεύσω το δελτίο ανορθολογισμού όταν κατάλαβα ότι διάφορα μπλογκ, αριστερού προσανατολισμού όλα τους, είχαν διοργανώσει “Ημέρα Πάγκαλου” και έκριναν, επέκριναν ή και διακωμωδούσαν ακόμα, τη συμπεριφορά του κ.Αντιπροέδρου της κυβέρνησης.  Ο λόγος που δεν δημοσίευσα το δελτίο μου ήταν ακριβώς γιατί όλως τυχαίως (χωρίς να γνωρίζω για την “Ημέρα Πάγκαλου” δηλαδή), σ’αυτό πρωταγωνιστούσε ο Αντιπρόεδρος, όχι βέβαια γιατί τόλμησε να θίξει την “Ιερή Αγελάδα” της ελληνικής κοινωνίας, την Αριστερα αλλά για τον σοκαριστικά αντιθεσμικο τρόπο που χειρίστηκε τη σκανδαλώδη, όπως δείχνουν τα πράγματα, υπόθεση της ΑΓΡΟΓΗΣ από τον κ.Χατζηγάκη και την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Αποφάσισα λοιπόν να μη δημοσιεύσω το δελτίο όχι για να μην συμπαραταχθώ με το μπλοκ της αριστεράς στη μπλογκόσφαιρα, ομολογώ ότι το σκέφτηκα να τους το κάνω το χουνέρι για σπάσιμο, αλλά γιατί αν και στον πυρήνα της σκέψης τους υπάρχει κάποιο δίκιο, κατάλαβα ότι η οπαδική και χουλιγκάνικη απάντηση σε μια χουλιγκάνικη ρητορική σαν κι αυτή που έχει υιοθετήσει ο κ. Αντιπρόεδρος είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος για να μην πω ότι παρέχει μια εξαιρετική υπηρεσία στην εξουσία αφού τη βοηθά να υλοποιήσει την επικοινωνιακή στρατηγική της που συνοψίζεται στο “μετατοπίζουμε το θέμα της συζήτησης”. Να το πω στη γλώσσα της αριστεράς: “Ρίχνετε νερό στο μύλο της αντίδρασης αφού βοηθάτε την κυβέρνηση να μετατοπίσει τα τέρματα του δημόσιου διαλόγου”.

Ο οπαδός που κάθε μεσογειακός άνθρωπος κρύβει μέσα του, κάτι φορές διασκεδάζει με όλο αυτό. Ο Πάγκαλος “τα χώνει” στα ΚΝΙτάκια και τα ΚΝΙτάκια γνωστά φασιστάκια καθώς είναι και δεν ανέχονται ούτε κριτική, ούτε αντιλογία αντεπιτιθενται στον Αντιπρόεδρο. Ωστόσο έχω βαρεθεί πια. Ανήκω στην ομάδα των πολιτών που αισθανόμαστε ότι έχουμε βρεθεί με την πλάτη στη γωνία και δεν βλέπουμε προοπτική απεγκλωβισμού. Το γράφω σε κάθε ευκαιρία. Δεν θα μας απεγκλωβίσουν μέτρα και πολιτικές αλλά η αλλαγή λεξιλογίου, η υιοθέτηση ενός πολιτικού (και όχι καφενειακού ή ποδοσφαιρικού) ύφους, η εφεύρευση μιας νέας γλώσσας.

Όταν βγαίνει ο κ.Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης σ’ενα “μεσημεριανάδικης” αισθητικής πρωϊνάδικο και ωσάν συνδικαλιστής της δεκαετίας του ’80 βρίζει, ειρωνεύεται, καταγγέλει, διαβάζει ονόματα (που ναι ο μακαρίτης ο Κακαουνάκης να τον θαυμάσει…) τότε μόνον απελπισία μπορεί να αισθάνεται κανείς αφού διαπιστώνει ότι δεν έχουμε καταλάβει ακόμα τίποτα. Ο Αντιπρόεδρος που καταγγέλει στα κανάλια δείχνει ότι περιφρονεί τους θεσμούς, μας αφήνει τεράστιο πεδίο να υποθέσουμε ότι αντιλαμβάνεται το θέμα ως προϊον προς επικοινωνιακή κατανάλωση, δεν θα φροντίσει ν’αποδοθούν ευθύνες και γιατί όχι; Αφού αδιαφορεί για τη συγκροτημένη πολιτεία, μου αφήνει το περιθώριο να φοβάμαι πως αύριο, μπορεί κι αυτός να διορίσει άλλους 300.

Όσον αφορα στην κριτική που κάνει στο ΚΚΕ και την Αριστερά δεν θα σταθώ στο προφανές: στο ύφος, την ποιότητα και την ουσία του λόγου. Μια τέτοια κριτική, tongue in cheek, περιμένεις να την ακούς στα καφενεία και όχι απο τον Αντιπρόεδρο μιας Κυβέρνησης που για μήνες τώρα δεν εφαρμόζει το νόμο στα λιμάνια και σε όσους δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους καταλαμβάνονται παράνομα. Δεν έχουμε εκχωρήσει εξουσία, βάσει του κοινωνικού συμβολαίου, στον κ.Αντιπρόεδρο ( στον πρωθυπουργό συγκεκριμένα που τον διόρισε σ’αυτή τη θέση) για να μας αναπτύσσει τις απόψεις του για την πολιτική της Αριστεράς. Αυτά μπορούμε να τα κρίνουμε μόνοι μας γιαυτό και εκλέξαμε το ΠΑΣΟΚ να κυβερνήσει και όχι το ΚΚΕ. Εκχωρήσαμε εξουσία στην κυβέρνηση για να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα και για να τηρεί τους νόμους. Αν πρέπει να εγκαλέσουμε τον Αντιπρόεδρο αλλά και τον Πρωθυπουργό που τον ανέχεται (κάποιοι λένε ότι του έχει αναθέσει να κάνει ακριβώς αυτη τη δουλειά: τον γελωτοποιό) για κάτι είναι στο ότι αποδεικνύονται ανεπαρκείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και βέβαια, περιφρονούν τους θεσμούς, ενισχύοντας το αίσθημα της ανασφάλειας στους πολίτες.

Πρέπει να μιλήσουμε μια καινούργια γλώσσα κι αφού βλέπουμε πως η εξουσία μένει προσκολημμένη στις μεθόδους, την αισθητική και κυρίως τη ρητορική της δεκαετίας του ’80,  τη γλώσσα αυτή θα πρέπει να την εφεύρουμε εμείς οι υπόλοιποι. Συμφωνώ πως είναι αστείος ο Πάγκαλος και εκτονώνεσαι όταν τον ακούς να πετάει εμπρηστικές ατάκες ωστόσο είναι από αυτά “τα αστεία” που σε αφήνουν με μια πικρή επίγευση. Υπάρχουν δύο λύσεις. Να γίνουμε Πάγκαλοι στη θέση του Πάγκαλου ή να γίνουμε κάτι άλλο.

Μήπως προσπαθήσουμε να γίνουμε κάτι άλλο; Η καταιγίδα είναι πραγματική, δεν γίνεται μέσα σ’ενα φλυτζάνι, δεν είναι storm in a teacup, που λένε και οι αγγλοσάξωνες όπως η κυβέρνηση θέλει να πιστέψουμε και η αντιμετώπιση της συγκεκριμένης καταιγίδας χρειάζεται άλλα εργαλεία. Χρειάζεται να περιγραφεί με μια άλλη γλώσσα.


Η φωτογραφία έχει τον τιτλο “Kitchen Fight” και είναι έργο της Βένιας Μπεχράκη. Εκτέθηκε μαζί με άλλα τον Ιούνιο στη Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εκθέσεις που είδα τους τελευταιους μήνες.

PR (sans) frontiers;

Εντάξει. Κατά καιρούς έχω δει αρκετές ενέργεις PR που έχω ζηλέψει αφάνταστα και κυρίως, είναι ενέργειες που εμπλέκουν καλλιτεχνικές δράσεις ή μεγάλες διαδικτυακές κοινότητες. Αυτά τα νέα με χτύπησαν ως κεραυνός δύο φορές. Αφενός ως φανατική αναγνώστρια των Science Blogs κι αφετέρου ως επαγγελματία του PR. Να τα πάρουμε από την αρχή;

Τα Science Blogs είναι γνωστά σ’αρκετό κόσμο. Λειτουργούν ως ομπρέλα εκλαϊκευμένων, ως επί το πλείστον, μπλογκ που ανηκουν σε εξειδικευμένους επιστήμονες οι οποίοι μπλογκάρουν για ζητήματα αιχμής: από αστροφυσική και βιολογία, μέχρι φλέγοντα ζητήματα που άπτονται της δημόσιας υγείας και των περιβαντολλογικών ζητημάτων. Τα Science Blogs είναι δημοφιλή, γιατί είναι έγκριτα, είναι μαχητικά και είναι γραμμενα σε μια προσιτή δημοσιογραφική γλώσσα και αντιδρούν παράλληλα προς τις επιστημονικές ανακαλύψεις αλλά και όπως αυτές περνάνε στα ΜΜΕ. Τα SB ειναι πολύτιμη πηγή πληροφοριών. Μέχρι που χθες…εμφανίστηκε ΑΥΤΟ το μπλογκ το οποίο ονομάζουν και ευφυώς Food Frontiers και το οποίο γράφεται από γερή ομάδα επιστημόνων που απασχολεί η εταιρία.

Πόσα “ουάου” ν’αναφωνήσει κανείς; Πώς ν’αντιδράσει; Να υποκλιθεί στη μεγαλειώδη κίνηση της Pepsico να πληρώσει ώστε ν’ανοίξει μπλογκ μέσα στη συγκεκριμένη ομπρέλα; Να φριάξει ως αναγνώστης; Να αρχίσει τα σιχτίρια όπως άρχισαν πολλοί όπως μπορείτε να δείτε και στα σχόλια; Το πρώτο ποστ είναι βέβαι άψογο απ’όποια πλευρά και να το δεις και κυρίως την επικοινωνιακή. Ούτε απολογίες, ούτε εξηγήσεις, ούτε τίποτα. Ένα εισαγωγικό κείμενο όπως αυτά που έχουμε γράψει όλοι μας.

Προσωπικά είμαι υπέρ. Προτιμώ ξεκάθαρο, δηλωμένο, εταιρικό μπλογκ που θα παρουσιάζει τις επιστημονικές ή έστω “επιστημονικές” απόψεις μιας εταιρεία κολοσσού που σχετίζεται με τη διατροφή παρά τα άρθρα που έχουν γίνει pitched στον Τύπο.

Φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να κάνω τις σχετικές αναλύσεις για το impact που έχει όλο αυτό και στις δημοσιες σχέσεις και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι μεγάλες εταιρείες την επικοινωνία, έτσι;

Και η πρώτη αντίδραση από συντάκτη-μπλόγκερ των Science Blogs. Το δικαιολογεί, λίγο ενοχικά αλλά το δικαιολογεί.

Barθelonika

Πληροφορήθηκα χθες στο facebook την ίδρυση του πρώτου αυτοδιαχειριζόμενου εστιατορίου στη Θεσσαλονίκη και ψάχνοντας λίγο βρήκα σε διάφορα μπλογκ το σχετικό ρεπορτάζ. Για κάποιον αναρχοφιλελεύθερο όπως αυτοπροσδιορίζομαι εγώ, κάθε είδους έννομη αυτοδιαχείριση που δεν καταλύει δια της παράνομης κατάληψης το δικαίωμα της ιδιοκτησίας του άλλου και που δεν στηρίζεται σε κρατικούς πόρους, δεν μπορεί παρά να τον βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Η αυτοδιαχείριση δεν σημαίνει ούτε κατάργηση της ιδιοκτησίας, ούτε βέβαια της ιεραρχίας όπως ισχυρίζονται οι συντάκτες των δελτίων τύπου. Άπαξ και υπάρχει σεφ στην κουζίνα ή έστω αρχιμάγειρας, υπάρχει ιεραρχία γιατί ελπίζω στις συνεννοήσεις για το μενού και τις προμήθειες να μην λαμβάνουν υπόψιν την άποψη της λάντζας ή των σερβιτόρων, κάτι τέτοιο δεν θα λεγόταν δημοκρατία αλλά βλακεία.

Δραττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν ειναι ότι τα εστιατόρια έχουν… αφεντικά αλλά το ότι οι ιδιοκτήτες δεν είναι οι σεφ αλλά άσχετοι με την εστίαση άνθρωποι,  οι οποίοι ως άσχετοι έχουν από τον αρχιμάγειρα τις πιο παράλογες απαιτήσεις όπως το να μαγειρεύει καλό φαγητό με μηδενικό κόστος ή άθλιο εξοπλισμό ή χωρίς αρκετό προσωπικό. Δυστυχώς η άσχετη ιδιοκτησία είναι κάτι που χαρακτηρίζει το χώρο της εστίασης στη χώρα.

Το κόνσεπτ είναι θετικό λοιπόν αλλά εγω προσωπικά θα βγω να δηλώσω ότι συνιστά και θετική εξέλιξη αν καταφέρει να σερβίρει καλύτερο φαγητό από αυτό που σέρβιρε πριν ή τουλάχιστον το ίδιο. Στα εστιατόρια πηγαίνουμε για να μας σερβίρουν φαγητό και όχι ιδέες. Θα μου πει κανείς: “Μα αποκλείεει το ένα το άλλο;”.

Όχι βέβαια. Στην” κακιά, καπιταλιστική Αμερική των φονιάδων των λαών” και συγκεκριμένα στην Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ιδρύθηκε το 2001 το πρώτο συνεταιριστικό (το λένε εκείνοι) εστιατόριο από τους εργαζόμενους που έμειναν χωρίς δουλειά όταν μαζί με τους Δίδυμους Πύργους, καταστράφηκε το υπέροχο εστιατόριο “Windows on the World”. To “Colors” όπως ονόμασαν το εστιατόριό τους η ομάδα των ιδιοκτητών είναι ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της Νέας Υόρκης που πλέον όλοι το συστήνουν ως γαστρονομική εμπειρία και όχι ως ελεημοσύνη όπως λέμε κομψά εδώ την ενίσχυση. Παρακολούθησα την ιστορία του Colors από την αρχή και τα πρώτα χρόνια με συγκινούσε πολύ η μελαγχολία που αναδυόταν από τις κουβέντες των εργαζομένων οι οποιοι όχι μόνο κατάφεραν να φτιάξουν ένα εξαιρετικό εστιατόριο αλλά να δημιουργήσουν μια ολόκληρη κουλτούρα γιατί ως αμερικανοί που ζουν σε μια δημοκρατική χώρα που λειτουργούν οι θεσμοί και επιτρέπουν στα άτομα να οργανώνουν ελεύθερα τη ζωή τους με τον τρόπο που επιλέγουν εκείνα,  θέλησαν το Colors να γινει ωφέλιμο για την κοινωνία μέσα στην οποία αναπτύχθηκε. Ίδρυσαν λοιπόν και το Restaurant Opportunities Center of New York ένα κέντρο που προσφέρει εκπαίδευση στους εργαζόμενους στην εστίαση, ειδικά αυτούς που προέρχονται από μειονοτικές  και κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες. Ακόμα προσφέρουν νομική κάλυψη και στήριξη στους εργαζόμενους στα εστιατόρια που πέφτουν θύματα κακής εργοδοσίας και κυρίως φυλετικών διακρίσεων κάτι που συμβαίνει συχνά στο συγκεκριμένο χώρο.

Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου που έγινε η επίθεση στους Δίδυμους, το Windows on the World είχε μόνο την μπριγάδα βάρδιας για τo breakfast και χαμηλόβαθμους κουζίνας. Ολόκληρο το WTC ομως ήταν γεμάτο από delivery boys, παράνομοι μεξικανοί μετανάστες οι περισσότεροι, οι οποίοι μοίραζαν καφέδες και πρωϊνά στα γραφεία. Ακριβώς επειδή ήταν παράνομοι, κανείς δεν τους δήλωσε ως αγνοούμενους στις αρχές. Αυτοί μνημονεύονται σπάνια και είναι αυτοί οι εργάτες της εστίασης που τουλάχιστον εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ και δεν θα σταματήσω ποτέ να μνημονεύω. Οι υπόλοιποι που ήταν στα ανώτερα σκαλιά της ιεραρχίας ως εκπαιδευμένοι, βρήκαν το δρόμο τους. Απόδειξη οτι αυτό που αλλάζει τις κοινωνίες είναι η εκπαίδευση.

Εύχομαι καλή επιτυχία στο Barθelonika. Εύχομαι να παράγουν κουλτούρα και φαγητό που θα ευφραίνει καρδιές και όχι τροφή για κομματικά δελτία τύπου. Επίσης τους εύχομαι να βγάλουν λεφτά με το τσουβάλι! Θα τους παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον!

Κόκκινο con-fusion – Δελτίο Ανορθολογισμού #3

  • Συζητώντας πριν από λίγο καιρό μ’ενα συνάδελφο που μετράει χρόνια στο επάγγελμα, του είπα πως προσπαθώ συστηματικά όχι απλώς να μη δείχνω αλλά και να μην είμαι τόσο αντικομμουνίστρια.  Η απάντησή του ήταν χαρακτηριστικότατη:  “Βίβιαν παιδί μου, μην στεναχωριέσαι. Να θυμάσαι πως όσο αντικομμουνιστής και να είναι κανείς, δεν είναι ποτέ αρκετό”. Θυμάμαι όμως τον ευατό μου σε πολύ νεαρή ηλικία και τον πατέρα μου να μου λέει πως ο αντικομμουνισμός είναι το ίδιο ειδεχθής με τον κομμουνισμό:  και τα δύο είναι ιδεολογίες και πρακτικές που κανείς ευφυής άνθρωπος δεν πρέπει ν’ασπάζεται και να υιοθετεί. Δεν ξέρω. Είναι αλήθεια ότι η αισθητική του αντικομμουνισμού βρίσκει το σημειολογικό της παράλληλο σ’αυτη του κομμουνισμού κι αυτό εξ ορισμού την κάνει απωθητική. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές ήταν δύο βασικώς γεγονότα…
  • Πριν από κάποια χρόνια, η ιστορία της ομάδας της Βόρειας Κορέας θα είχε συγκινήσει το σύμπαν. Περισσότερο κι από τη saga για την τύχη των “χαμένων παικτών” παρακολουθούσα τις αντιδράσεις στα social media, χώρους όπου κατοικοεδρεύουν άτομα που δεν έχουν εκτεθεί στη φιλολογία αλλά και το λεξιλόγιο της εποχής του ψυχρού πολέμου που στην Ελλάδα λόγω του Εμφυλίου κράτησε τουλάχιστον και κατά τη δεκαετία του ’80.  Τα πάθη μιας αθλητικής ομάδας μιας χώρας που διοικείται από ολοκληρωτικό καθεστώς αντιμετωπίστηκαν λίγο-πολύ ως εξτραβαγκάντσα, ως κάτι  κακό μεν αλλά περισσότερο ως πολιτιστική συμπεριφορά παρά ως πολιτική πρακτική που εκδηλώνεται με αυτά ακριβώς τα μέσα: εκτόπιση και βασανισμούς αντιφρονούντων, απόλυτη κατάργηση ατομικών ελευθεριών κλπ. “Τους κακόμοιρους τους παίκτες” άκουγες και ελάχιστα “τον ειδεχθή κομμουνισμό”. Βέβαια, βρισκόμαστε στη χώρα που μέχρι και ο αιμοσταγής και στυγερός δικτάτορας Κάστρο αντιμετωπίζεται ως ήρωας παρ’όλα αυτά θέλω να σταθώ στην παρατήρηση  ότι οι ολοκληρωτικές πρακτικές του κομμουνισμού προσλαμβάνονται ως cultural και όχι ως πολιτικές. Το ίδιο συμβαίνει πλέον και με τον αντισημιτισμό αλλά αυτό είναι θέμα για επόμενο ποστ…
  • Η έκρηξη στο γραφείο του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη δεν ήταν δυνατό να μην προκαλέσει μια… έκκλυση ανορθολογισμού στην ατμόσφαιρα! Το πιο διασκεδαστικό ήταν να διαβάζω σε ποστάκια και τουίτς δηλωμένων αναρχικών και αριστερών αντιεξουσιαστών παράπονα για την έλλειψη μέτρων ασφαλείας στα δημόσια κτήρια. Λογική ήταν η παρατήρηση αρκετών ότι η εφαρμογή στοιχειωδών κανόνων ασφαλείας θα απέτρεπε τη δολοφονία ωστόσο βλέπουμε πως η κρατική εξουσία, δίνει το βάρος στο να ψηφίζει νόμους και κανόνες που δρουν περιοριστικά στην ελευθερία των πολιτών ζητώντας τους να απαντήσουν στο ερώτημα : ασφάλεια ή ελεύθερια; Εντελώς παράλογο και μανιχαϊστικό, όπως το χαρακτήρισε κάποιος εύστοχα αλλά από την άλλη απόλυτα συνεπές προς κάθε εξουσία που σέβεται τον εαυτό της. Οι φιλελεύθεροι έχουν απαντήσει προ πολλού μπροστά σ’αυτό το ψευδοδίλημμα. Ελευθερία πάντα και για την ασφάλειά μας αρκεί απλώς να κάνετε τη δουλειά την οποία περιγράφει το Σύνταγμα και για την οπ0ία τους πληρώνουμε οι πολίτες. Το να χρησιμοποιούν τα σκάνερ που χρυσοπληρώσαμε είναι μέρος της δουλειάς αυτής.
  • Περπατώντας μέσα στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και στην έκθεση του Κωστή Βελώνη, σκεφτόμουν για πολλοστή φορά πόσο ζηλεύω τη γλώσσα της τέχνης που προσπερνώντας την τραχύτητα των λέξεων καταφέρνει να σχολιάσει κατευθείαν την ουσία του κάθε ζητήματος.  Μπορεί να τη διασκεδάζω αφάνταστα (φαίνεται εξάλλου) αυτή την τραχύτητα του γραπτού λόγου αλλά θεωρώ ότι έχει κι ένα πεπερασμένο κάτι που ούτε η γλώσσα της μουσικής ούτε των εικαστικών φαίνεται να έχουν.  Έτσι λοιπόν, αν και ο καλλιτέχνης σχολιάζει κριτικά την Αριστερή ουτοπία, δεν τον λες αντικομμουνιστή. Τί είναι αυτό λοιπόν που διαφοροποιεί το ένα σχόλιο από το άλλο ενώ πρόκειται για συναφή σχόλια πάνω στο ίδιο θέμα;  Η πουτάνα η γλώσσα. Αυτή είναι τελικά η μεγαλύτερη εγγενής δυσκολία στην επικράτηση μιας ιδεολογίας. Θέλω να πω… Πώς θέλετε να επικρατήσει στη χώρα ο φιλελευθερισμός όταν ομιλούμε κι εμείς οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι την άπταιστον αριστερίστικην ή ακόμα και τη σταλινικήν;  Ε;    Αλλά  αυτό κι αν είναι θέμα για κάποιο άλλο ποστ…

Η φωτογραφία είναι από την έκθεση του Κ.Βελώνη και το έργο φέρει τον ευγλωττο τίτλο:  “Κερδίζοντας το σοσιαλισμό χάνεις τη γυναίκα σου (Βασισμένο στην κατασκευή της Ποπόβα για τον «Μεγαλόψυχο κερατά», 1922) 2009″.

Επόμενη σελίδα: »


Menu à la carte

free invisible hit counter Wegov.gr

Blog Stats

  • 55,472 hits

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.