

Φαίνεται πως υπάρχει τουλάχιστον ένα ερώτημα που διατρέχει και ίσως και κατατρέχει διαχρονικά την πνευματική παραγωγή αυτού του τόπου και απασχολεί από τον κειμενογράφο του Περικλή, Θουκυδίδη, έως τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη αφού αυτοί και όλοι οι υπόλοιποι στο ενδιάμεσο, αναρωτιούνται κατά πόσον η τεχνη που παραγεται σ’αυτό το γεωγραφικό χώρο αφορά μόνο τα στενά γεωγραφικά του όρια ή την Οικουμένη ολάκληρη.
Ντάξει, το συγκεκριμένο ερώτημα μπορεί να μην καίει τόσο πολύ τον Τζιρτζιλάκη, αφού δεν είναι αυτός που το έθεσε στη δημόσια συζήτηση την οποία θέλω να σχολιάσω σ’αυτό το ποστ αλλά ως έμπειρη μπλόγκερ γνωρίζω πως η αναγνωσιμότητα δεν απαιτεί μόνον ένα πιασιάρικο τίτλο αλλά τουλάχιστον μία προβοκατόρικη ατάκα στις 4-5 πρώτες γραμμές του κειμένου αφού είναι αυτές που βγαίνουν στον αέρα από τον feed reader…
Η συζήτηση δεν είναι άλλη από αυτή που διοργάνωσε την προηγούμενη εβδομάδα η Μπιενάλε της Αθήνας στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου Παπασωτηρίου στην Πανεπιστημίου και είχε τον τίτλο “Η κατάσταση πραγμάτων” και υπότιτλο “Μια ανοιχτή συζήτηση για την διαμόρφωση του εικαστικού τοπίου στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια”. Πριν μπω σε αυτό που εντυπωσίασε, τουλάχιστον εμένα, από τη συζήτηση θέλω να σχολιάσω λίγο έχοντας το αριστερό φρύδι ανασηκωμένο, την άποψη που επιχείρησαν οι καλοί εισηγητές να υποστηρίξουν ότι δήθεν υπάρχει ένα “αραγές καλλιτεχνικό μέτωπο” απέναντι στο διαρκώς αδιάφορο ΥΠΠΟ. Αυτό με εξέπληξε κάπως γιατί τον ελάχιστο χρόνο που συγχρωτίζομαι τους εικαστικούς αν κάτι με έχει εντυπωσιάσει είναι το άσβεστο μίσος που τρέφει ο ένας για τον άλλο. Η συζήτηση για τα εικαστικά στη χώρα είναι τόσο έντονα ιδεολογικά φορτισμένη που αν δεν είσαι προσεκτικός, μπορείς πολύ εύκολα να βρεθείς μέσα σε αντιμαχόμενα πυρά και να βρεις άσχημα τον μπελά σου.
Άσε το άλλο. Αν είσαι θηλυκός θαμώνας του Booze και πετύχεις τον Τραμπούλη ή τον Μαρμαρά ( θα έλεγα και τον Ζενάκο αλλά αυτός τα έχει με κάποια φίλη μου) και τολμήσεις να ισχυριστείς ότι σου αρέσει, ας πούμε ο Ρόρρης, την έχεις πολύ άσχημα, είναι σαν να έχεις έρθεις σε μένα και έχεις πει ότι όταν μεγαλώσεις και γίνεις συγγραφέας, θές να γίνεις σαν τη Λένα Μαντά ή την Εύα Ομηρόλη. Αντιστοίχως αν πάλι στο Booze, πετύχεις τον Art Attack χωρίς να ξέρεις ότι είναι αυτός ( κι ας του έχεις δώσει του γαϊδάρου, το τλφ του σπιτιού σου) και του πεις ότι βρήκες συγκλονιστική την περφόρμανς της Σαγρή στο Destroy Athens την έχεις πατήσει εξ ίσου άσχημα. Στην “Σκήνη της σύγχρονης ελληνικής Τέχνης” πρέπει να ξέρεις με ποιον εκπρόσωπο, ποιου στρατοπέδου μιλάς, ειδικά αν σου αρέσει κάποιος από τους πρωταγωνιστές της ως γκόμενος.
Στη συζήτηση αυτή λοιπόν, νομίζω πως ήταν η κυρία Στρούζα εκείνη που έθεσε το ερώτημα κατά πόσον οι εκθέσεις και γενικότερα η σύγχρονη εικαστική παραγωγή αφορά την ευρύτερη αγορά ( με την αρχαιοελληνική έννοια) του εξωτερικου. Όταν άκουσα αυτή την κουβέντα, ένιωσα λες και διάβαζα τα άρθρα του Νικολάου Καρούζου για την Αρχαία Τέχνη που τα διαβάζαμε στο αρχαιολογικό και κόβαμε τις φλέβες μας οπου ο συγγραφέας υποστήριζε την οικουμενικότητα του έργου του Φειδία και ήταν αυτό ένα από βασικά τεκμήρια της καλλιτεχνικής του αξίας. Ομολογώ πως ένιωσα πολύ άσχημα ακούγοντας αυτή την ερώτηση στη συγκεκριμένη συζήτηση που αφορούσε τη σύγχρονη εικαστική σκηνή.
Πόσο “Έλληνας” είναι ένας Έλληνας καλλιτέχνης 20 και 30 χρονών που διαμορφώνει εικαστικό γούστο από το youtube, τον κινηματογράφο και την εισαγόμενη ποπ κουλτούρα; Και γιατί ο προβληματισμός για την ελληνική Τέχνη πρέπει συνεχώς να αφορά κατά πόσον αυτή αφορά την παγκόσμια κοινότητα. Εμείς, το ανυποψίαστο κοινό, που καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να παρακολουθήσει να εικαστικά δρώμενα, στηρίζοντας ό,τι γίνεται σ’αυτή την πόλη, τους πέφτουμε λίγοι δλδ ως κοινό κι αυτοί αισθάνονται λίγοι όταν καταφέρνουν να αρθρώσουν καλλιτεχνικά τους δικούς μας προβληματισμούς και τα δικά μας αδιέξοδα στην Ελλάδα του 2008;
Η συναναστροφή, αυτή η σύντομη και αποσπασματική, με τους ανθρώπους των εικαστικών, έφερε και άλλη μια δυσάρεστη διαπίστωση. Οι περισσότεροι μπορεί να έχουν διαβάσει ή να καμώνονται τέλος πάντων ότι έχουν διαβάσει Μπένγιαμιν και Αγκάμπεν αλλά έχουν μαύρα μεσάνυχτα από τη γενιά του ‘30. Μιλάμε ότι μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά. Δεν ξέρω πώς γίνεται να έχεις άποψη για τη σύγχρονη ελληνική εικαστική σκηνή χωρίς να έχεις διαβάσει τις πρώτες κριτικές για τα εικαστικά που δημοσιεύθηκαν στην “Πανδώρα”, χωρίς να έχεις διαβάσει Πεντζίκη, χωρίς να γνωρίζεις τί παίχτηκε στις “Ακυβέρνητες Πολιτείες” του Τσίρκα χωρίς να έχεις μια καλή εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής αλλά και του κριτικού διαλόγου που έλαβε χώρα στις αρχές του αιώνα.
Όταν οι κριτικοί της Τέχνης ( όχι όλοι) αναρωτιούνται αν η σύγχρονη ελληνική Τέχνη αφορά τους νεοϋορκέζους ( έλεος πια, η Νέα Υόρκη δεν είναι η Αμερική μάγκες) το κοινό που πηγαίνει στις εκθέσεις, αναρωτιέται αν αυτό που βλέπει είναι Τέχνη… Δεν θα ξεχάσω το τελευταίο βράδυ της Destroy Athens που είχαμε πάρει στο κατόπι με το Θεόφιλο δυο νεαρούς ( φοιτητές της Φιλοσοφικής όπως μάθαμε αργότερα) οι οποίοι κορόϊδευαν όλα μα όλα τα έργα μέχρι που δεν αντέξαμε και τους “στριμώξαμε” μπροστά στο έργο του Μάντερς και τους ξεχέσαμε ( ο Θεόφιλος, όχι εγώ γιατί εγώ, ως γνωστόν, δεν βρίζω).
Κι έπειτα, αναρωτιέμαι τί είναι πιο κοσμοπολίτικο: τα μπουκέτα λουλουδιών του Τέτση ή η πυρπόληση του ελληνικού κοινοβουλίου από τον Φαϊτάκη στο πολιτικό σχόλιο πρώτου επιπέδου που ενθουσίασε τα πλήθη στη Μπιενάλε (ΕΛΕΟΣ και με την πολιτική αγραμματοσύνη πια! Θα μου πεις, εδώ ενθουσιάζει ο πολιτικός λογος του Λαζόπουλου, δεν θα ενθουσιάσει ο Φαϊτάκης;);
Το αν η εικαστική παραγωγή αφορά τους Έλληνες μόνο ή και τους κατοίκους της Ουρουγουάης, εμένα προσωπικά μου είναι αδιάφορο. Αναζητώ τους καλλιτέχνες που θα μιλήσουν για τη δική μου μοναξιά, τα δικά μου υπαρξιακά αδιέξοδα, το δικό μου πόνο, τα δικά μου ερωτήματα στη ζωή.
Ναι, υπάρχουν τέτοιοι, μόνο που τώρα που γράφω, ειλικρινά, δεν θυμάμαι αν είναι μόνον Έλληνες ή είναι και άλλοι, ξένοι, που σε δεδομένη στιγμή θεώρησα ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα κι ας είναι η δική τους μητρική γλώσσα τα Νορβηγικά (για παράδειγμα).
Ειλικρινά, το τεχνητό ιδεολόγημα Ελλάδα, μου είναι αδιάφορο δλδ, το έχω εντελώς χεσμένο, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το εκφράσω. Για μένα υπάρχει μόνο ο Κόσμος και ειλικρινά κι αυτός, κάτι φορές, δεν είναι καθόλου μα καθόλου αρκετός. Θα ήθελα οι άνθρωποι της Τέχνης, να σκέφτονται ανάλογα.


Πρόσφατα Σχόλια